Η Όπρα Γουίνφρεϊ βρίσκεται αντιμέτωπη με την οργή της οικογένειας της σταρ Γουίτνεϊ Χιούστον.
Η παρουσιάστρια και μεγιστάνας των media προκάλεσε καταιγίδα μετά από την ψεύτικη, όπως υποστηρίζουν οι κληρονόμοι της Χιούστον, δήλωσή της πως «παρακάλεσε το κοινό να μην κυκλοφορήσει βίντεο από την πτώση της Χιούστον στη σκηνή» ισχυριζόμενη ότι η Χιούστον ήταν υπό την επήρεια ουσιών.
Η σχέση της Όπρα Γουίνφρεϊ με τη Γουίτνεϊ Χιούστον είχε πάντα τα φώτα της δημοσιότητας στραμμένα πάνω της, ειδικά μετά την καθηλωτική εξομολόγηση της τραγουδίστριας το 2009.
Τώρα η δήλωση της 72χρονης πλέον παρουσιάστριας στο Φεστιβάλ των Καννών Cannes Lions άνοιξε έναν νέο, άγριο γύρο αντιπαράθεσης με την οικογένεια της πρόωρα χαμένης σταρ.
Η Όπρα υποστήριξε δημόσια ότι η δύναμη της πειθούς της έσωσε τη Γουίτνεϊ από δημόσιο διασυρμό, όταν η τραγουδίστρια εμφανίστηκε «φτιαγμένη στην εκπομπή της και έπεσε από τη σκηνή».
«Στην πρώτη συνέντευξη που της έκανα ήταν καθαρή, αλλά τη μέρα που ήρθε να τραγουδήσει μπροστά στο κοινό δεν ήταν, και έπεσε από τη σκηνή», δήλωσε η παρουσιάστρια.
«Αν και το κοινό μου είχε κάμερες, τους παρακάλεσα να μη βγάλουν αυτές τις φωτογραφίες προς τα έξω, γιατί θα κατέστρεφε τη ζωή της Γουίτνεϊ. Και δεν το έκαναν»

Πρόσθεσε μάλιστα πως, παρότι το κοινό της στο The Oprah Winfrey Show είχε κάμερες, η ίδια τους «παρακάλεσε να μην κυκλοφορήσουν τις εικόνες για να μην καταστραφεί η ζωή της Γουίτνεϊ. Αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει σήμερα με το ίντερνετ» πρόσθεσε η Γουίνφρεϊ.
Το ίδρυμα που διαχειρίζεται την κληρονομιά της Χιούστον αντέδρασε σφοδρά. Η Πατ Χιούστον, νύφη της τραγουδίστριας και επικεφαλής του estate, πήρε θέση μέσω Instagram, ξεκαθαρίζοντας τα πράγματα με σκληρή γλώσσα.
«Η Γουίτνεϊ όντως έπεσε από τη σκηνή, αλλά αυτό έγινε κατά τη διάρκεια του sound check, λόγω του σκοταδιού στο χώρο και επειδή δεν γνώριζε καλά τη σκηνή. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση υπό την επήρρεια», ξεκαθάρισε η Χιούστον.
Αν και η οικογένεια δεν έκρυψε ποτέ τη μακροχρόνια μάχη της Χιούστον με τις ουσίες –η οποία έληξε τραγικά το 2012 σε ηλικία 48 ετών–, τόνισε ότι είναι άδικο να αμαυρώνεται κάθε στιγμή της καριέρας της.
Αυτό που είδε το κοινό στο στούντιο ήταν το αποτέλεσμα πειθαρχίας, ταλέντου και δέσμευσης – όχι οι υποθέσεις που προβάλλουν οι άλλοι.
Η οικογένεια συμπλήρωσε με νόημα ότι η Χιούστον εμφανίστηκε εκείνη την ημέρα ως «η επαγγελματίας και προικισμένη καλλιτέχνις που πάντα πάσχιζε να είναι. Της χρωστάμε την αξιοπρέπεια της αλήθειας και όχι την ανακύκλωση μύθων» πρόσθεσε.
«Η Γουίτνεϊ όντως έπεσε από τη σκηνή, αλλά αυτό έγινε κατά τη διάρκεια του sound check, λόγω του σκοταδιού στο χώρο και επειδή δεν γνώριζε καλά τη σκηνή. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση μαστουρωμένη»
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η κόντρα αυτή φέρνει ξανά στην επιφάνεια το σκοτεινό παρελθόν της Χιούστον, η οποία είχε παραδεχτεί στην ίδια την Όπρα το 2009 ότι η χρήση ναρκωτικών ήταν καθημερινότητα για εκείνη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90.
Όμως, για τους ανθρώπους που έμειναν πίσω να προστατεύουν τη μνήμη της, υπάρχει μια κόκκινη γραμμή ανάμεσα στην παραδοχή των ανθρώπινων αδυναμιών και στην εκμετάλλευσή τους για τη δημιουργία τηλεοπτικών μύθων ενός σωτήρα.
Η Γουίτνεϊ Χιούστον δεν μπορεί πια να απαντήσει, αλλά η οικογένειά της ξεκαθαρίζει ότι δεν θα επιτρέψει σε κανέναν, ακόμα και στην πανίσχυρη Όπρα Γουίνφρεϊ, να ξαναγράψει την ιστορία της εις βάρος της αλήθειας.
«Ο μεγαλύτερος διάβολος είμαι εγώ»
Η Γουίτνεϊ Χιούστον έδωσε μια μακροχρόνια και οδυνηρή μάχη με τις εξαρτήσεις με εισαγωγές σε κλινικές απεξάρτησης το 2004, το 2005 και το 2011. Όμως η νηφαλιότητα δεν κερδήθηκε ποτέ με τα πρώτα ανησυχητικά δείγματα της κατάρρευσης να κάνουν την εμφάνισή τους ήδη από τις αρχές των ’00s.
Το 2000 η Χιούστον αποκλείστηκε από την τελετή των βραβείων Όσκαρ λόγω της εκκεντρικής και απρόβλεπτης συμπεριφοράς της κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών.
Δύο χρόνια μετά, σε συνέντευξή της στην εκπομπή της Νταϊάν Σόγιερ, η Χιούστον μίλησε ανοιχτά για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, χαπιών και αλκοόλ, ισχυριζόμενη τότε, χωρίς αποτέλεσμα, πως όλα αυτά αποτελούσαν παρελθόν.
«Κανείς δεν με αναγκάζει να κάνω κάτι που δεν θέλω. Είναι δική μου απόφαση, οπότε ο μεγαλύτερος δαίμονας είμαι εγώ. Είμαι είτε ο καλύτερος φίλος μου είτε ο χειρότερος εχθρός μου»
View this post on Instagram
Στη συνέντευξη του 2002, η Χιούστον μίλησε ανοιχτά στην Νταϊάν Σόγιερ για τη μάχη της με τον εθισμό, την επιθυμία της να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του κοινού, αλλά και τις ελπίδες της για το μέλλον.
Όταν η Σόγιερ τη ρώτησε ποια από τις αδυναμίες της —το αλκοόλ, η μαριχουάνα, η κοκαΐνη ή τα χάπια— ήταν ο «μεγαλύτερος δαίμονας» για εκείνη, η Χιούστον απάντησε:
«Κανείς δεν με αναγκάζει να κάνω κάτι που δεν θέλω. Είναι δική μου απόφαση, οπότε ο μεγαλύτερος δαίμονας είμαι εγώ. Είμαι είτε ο καλύτερος φίλος μου είτε ο χειρότερος εχθρός μου. Και κάπως έτσι πρέπει να το αντιμετωπίσω».
Σύμφωνα με τη Σόγιερ, η μεγαλύτερη πρόκληση για τη Χιούστον ήταν να διαχειριστεί την πίεση της υστεροφημίας της.
«Όταν σε αποκαλούν η Φωνή και αυτό είναι το μόνο που φέρνεις μαζί σου, κατά τη διάρκεια μιας καριέρας γεννιέται μέσα σου ένας τεράστιος φόβος ότι θα απογοητεύσεις το κοινό. […] Το ταλέντο της ήταν ουσιαστικά το βασανιστήριό της, επειδή δεν είχε πίσω της στρατιές χορευτών, ούτε φαντασμαγορικά σόου με φώτα», είπε η Σόγιερ.
«Έπρεπε απλώς να βγει στη σκηνή και να σκίσει τον ουρανό στα δύο με τη φωνή της, και η ίδια δεν ήταν πάντα σίγουρη ότι αυτή η φωνή θα ήταν εκεί. Έτσι, πιστεύω ότι ο τρόμος και η ευθύνη απέναντι στους θαυμαστές της τελικά λύγισαν τις αντοχές της».
Η Χιούστον δεν ήταν διατεθειμένη να παραδεχτεί την αλήθεια το 2002.
«Δεν είμαι αυτοκαταστροφική. Δεν είμαι ένας άνθρωπος που θέλει να πεθάνει», είχε δηλώσει η Χιούστον. «Είμαι ένας άνθρωπος που έχει ζωή μέσα του και θέλει να ζήσει — και έτσι ήμουν πάντα».
«Δεν αγοράζαμε δόσεις των 20 Δολαρίων, αγοράζαμε με το κιλό»
Στη θρυλική εξομολόγησή της στην Όπρα Γουίνφρεϊ το 2009, η Χιούστον είχε περιγράψει με ανατριχιαστική ειλικρίνεια το βάθος του εθισμού της, αποδομώντας την εικόνα της λαμπερής ντίβας.
Όταν η παρουσιάστρια τη ρώτησε ευθέως πόσο άσχημη είχε γίνει η κατάσταση με τα ναρκωτικά, η απάντηση της Χιούστον αποκάλυψε μια απόλυτα νοσηρή καθημερινότητα μέσα στο ίδιο της το σπίτι, δίπλα στον τότε σύζυγό της, Μπόμπι Μπράουν.
«Το να ζεις στο ίδιο σπίτι με έναν άνθρωπο, να κάθεσαι ακριβώς δίπλα του και να μην ανταλλάσσετε ούτε λέξη για μια ολόκληρη εβδομάδα, κοιτάζοντας απλώς την τηλεόραση… Αυτό είναι πραγματικά άσχημο», είχε εξομολογηθεί η τραγουδίστρια.
«Δεν κάναμε κρακ. Δεν αγοράζαμε φτηνές δόσεις των 20 δολαρίων στον δρόμο. Είχαμε χρήματα. Αγοράζαμε κιλά και ουγκιές. Είχαμε το δικό μας, τεράστιο απόθεμα»

Η Χιούστον είχε σπεύσει τότε να διευκρινίσει τη φύση της εξάρτησής της, θέλοντας να διαχωρίσει τη θέση της από την εικόνα του περιθωρίου.
Εξήγησε ότι ανακάτευαν τη μαριχουάνα με βάση κοκαΐνης (freebasing), ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν είχαν φτάσει στο σημείο να καπνίζουν με πίπα.
«Δεν κάναμε κρακ. Δεν αγοράζαμε φτηνές δόσεις των 20 δολαρίων στον δρόμο. Είχαμε χρήματα. Αγοράζαμε κιλά και ουγκιές. Είχαμε το δικό μας, τεράστιο απόθεμα».
Το ψέμα της λύτρωσης, η αδιαφορία για τη δόξα
Στην ερώτηση της Όπρα αν αυτά τα ναρκωτικά της προσέφεραν τελικά κάποιο αίσθημα ανακούφισης, η Χιούστον δεν είχε αρνηθεί την προσωρινή φυγή που της χάριζαν. Παραδέχτηκε ότι υπήρχαν στιγμές που διασκέδαζαν και γελούσαν με την ψυχή τους, όμως η παγίδα έκλεινε γρήγορα.
«Όταν φτάνεις στο σημείο να κλείνεσαι στο σπίτι σου και απλώς να προσπαθείς να καλύψεις όσα δεν θέλεις να μάθει ο κόσμος, εκεί αρχίζει ο πόνος. Και μετά ζητάς ακόμα μεγαλύτερη δόση, μόνο και μόνο για να μη σε δει κανείς να κλαις ή να καταλάβει ότι δεν είσαι ευτυχισμένη», είχε περιγράψει, αποτυπώνοντας τον φαύλο κύκλο της απομόνωσης.

Το πιο σοκαριστικό στοιχείο εκείνης της συνέντευξης, ωστόσο, ήταν η απόλυτη αποστασιοποίησή της από την ίδια της την καριέρα. Όταν η Όπρα τη ρώτησε αν πίστευε τότε ότι η ζωή της ως «Γουίτνεϊ Χιούστον» είχε τελειώσει, η απάντηση της σταρ ήταν αφοπλιστική.
«Δεν με απασχολούσε καν αυτό. Είχα τόσα πολλά χρήματα και πρόσβαση σε ό,τι τραβούσε η ψυχή μου. Όλοι γύρω μου με ρωτούσαν διαρκώς τι θέλω και τι χρειάζομαι. Το κομμάτι του τραγουδιού δεν υπήρχε πια στο μυαλό μου», δήλωσε, επιβεβαιώνοντας μάλιστα με ένα κοφτό «όχι» πως η σκηνή δεν της είχε λείψει καθόλου εκείνη την περίοδο.
«Η Γουίτνεϊ Χιούστον είναι νεκρή»
Ο επίλογος γράφτηκε το μεσημέρι της 11ης Φεβρουαρίου 2012, μέσα στο δωμάτιο ενός πολυτελούς ξενοδοχείου. Η Γουίτνεϊ Χιούστον βρέθηκε αναίσθητη στην μπανιέρα της στο Beverly Hilton του Μπέβερλι Χιλς.
Παρά την άμεση επέμβαση των τραυματιοφορέων, οι οποίοι έφτασαν στο σημείο γύρω στις 3:30 μ.μ. και ξεκίνησαν αμέσως καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση, η πολυβραβευμένη ερμηνεύτρια δεν αντέδρασε ποτέ. Στις 3:55 μ.μ. διαπιστώθηκε επίσημα ο θάνατός της.
Αν και η τοπική αστυνομία απέκλεισε από την πρώτη στιγμή την εγκληματική ενέργεια, η ακριβής αιτία της τραγωδίας παρέμενε (για λίγο) ένα μυστήριο.
Η τελική έκθεση του ιατροδικαστή, ωστόσο, ήρθε να φωτίσει το τραγικό τέλος, αποκαλύπτοντας τις σοκαριστικές λεπτομέρειες των τελευταίων της στιγμών.
12 διαφορετικά σκευάσματα, ανάμεσά τους ισχυρά αγχολυτικά όπως το Xanax και μυοχαλαρωτικά όπως το Flexeril, βρίσκονταν διάσπαρτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου που βρέθηκε νεκρή

Ως επίσημη αιτία θανάτου προσδιορίστηκε ο τυχαίος πνιγμός, με μια χρόνια καρδιακή νόσο και την εκτεταμένη χρήση κοκαΐνης να λειτουργούν ως καταλυτικοί, μοιραίοι παράγοντες.
Η αυτοψία του χώρου αποτύπωσε ανάγλυφα την επιστροφή της σταρ στο δικό της, γνώριμο σκοτάδι.
Δίπλα στην μπανιέρα, οι αρχές εντόπισαν ένα μικρό κουτάλι με λευκή κρυσταλλική ουσία και ένα τυλιγμένο λευκό χαρτί, μαζί με άλλα σύνεργα χρήσης.
Σύμφωνα με τον τοξικολόγο Μπρους Γκολντμπέργκερ, η Χιούστον βρισκόταν σε κατάσταση «οξείας δηλητηρίασης από κοκαΐνη», όντας σταθερή και επαναλαμβανόμενη χρήστης, ενώ στον οργανισμό της ανιχνεύθηκαν και ίχνη μαριχουάνας από τις προηγούμενες εβδομάδες.
Το πιο συγκλονιστικό εύρημα, όμως, ήταν το χημικό «κοκτέιλ» που κρατούσε όρθια τη φωνή της: 12 διαφορετικά σκευάσματα, ανάμεσά τους ισχυρά αγχολυτικά όπως το Xanax και μυοχαλαρωτικά όπως το Flexeril, βρίσκονταν διάσπαρτα στο δωμάτιο, συνταγογραφημένα από πέντε διαφορετικούς γιατρούς.
Η Φωνή σίγησε μέσα στην παγωμένη μοναξιά ενός δωματίου, οι δαίμονες της είχαν πια τον τελευταίο λόγο.

